Πευκιάς
Ήξερες ότι στον Πευκιά Ξυλοκάστρου έχει καταγραφεί αρχαίος οικότυπος χαλεπίου πεύκης, ο οποίος διαφέρει γενετικά από τη χαλέπιο πεύκη που απαντάται σε πολλά άλλα δάση της Ελλάδας;
Ήξερες ότι στον Πευκιά Ξυλοκάστρου έχει καταγραφεί αρχαίος οικότυπος χαλεπίου πεύκης, ο οποίος διαφέρει γενετικά από τη χαλέπιο πεύκη που απαντάται σε πολλά άλλα δάση της Ελλάδας;
Ήξερες ότι η περιοχή μας συνέβαλε στην Αργοναυτική εκστρατεία; Μάλιστα, τα πλοία ξεκίνησαν από το αρχαίο λιμάνι στην περιοχή «Αριστοναύται» (σημερινό Καμάρι) και από την περιοχή Μαύρα Λιθάρια (Δερβένι).
Αν ακούσεις για το χωριό «Καλλιθέα», μάλλον η ονομασία του σε προδιαθέτει ήδη γι’ αυτό που θα αντικρίσεις. Όμως, το τοπίο είναι ίσως διαφορετικό από αυτό που θα έχεις στο μυαλό σου. Γιατί τόσο στην Καλλιθέα (Σκουπαίικα, όπως εμφανίζεται στο Google Maps), όσο και στην Άνω Καλλιθέα (Καλλιθέα, σύμφωνα με τις μηχανές αναζήτησης), θα γίνεις μάρτυρας ενός άγριου τοπίου με έλατα, κυπαρίσσια, ποτάμι, καταρράκτες, εσπεριδοειδή κι ελιές.
Το χωριό έχει δύο εκδοχές, την πιο πεδινή του άποψη (Καλλιθέα) και άλλη μία, αρκετά ορεινή (Άνω Καλλιθέα). Η πρώτη απέχει μόλις 7’ από τη Λυκοποριά ενώ για να επισκεφθείς την Άνω Καλλιθέα, θα πρέπει να ταξιδέψεις περίπου 40’, με πολλή προσοχή στις στροφές κατά την ανάβαση.
Αρχικά, κατοικήθηκε η ορεινή Καλλιθέα από τους πρώτους κατοίκους και στην πορεία των χρόνων, οι ντόπιοι επέλεξαν ως μόνιμη κατοικία τους την πιο πεδινή άποψη του τόπου. Κάθε καλοκαίρι όμως, πολλοί από αυτούς επισκέπτονται το παλιό χωριό και μένουν εκεί.
Μπορεί σήμερα να ονομάζεται Καλλιθέα, όμως αυτή είναι η πιο πρόσφατη ονομασία του χωριού. Μέχρι το 1953, η περιοχή ονομαζόταν «Σκουπαίικα» και η Άνω Καλλιθέα ήταν γνωστή ως «Σκούπα».
Το πώς το χωριό πήρε αυτή την ονομασία, δεν μάς είναι απόλυτα γνωστό. Η μία εκδοχή αναφέρει ότι το όνομά του οφείλεται στον πρώτο κάτοικο του τόπου, ο οποίος λεγόταν «Σκούπας». Σύμφωνα με την παράδοση, αυτός εγκαταστάθηκε στο ορεινό χωριό μαζί με τον αδερφό του Γιάννη Σκούπα στα τέλη του 1700 και μαζί δημιούργησαν την οικογένεια των «Σκουπαίων».
Υπάρχει όμως και δεύτερη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία, το Σκούπα προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινογενές «scopa», που σημαίνει σάρος, δηλαδή ποταμός. Με βάση αυτή την πλευρά της ιστορίας, η καταγωγή του τοπωνυμίου μπορεί να αναζητηθεί στα ενετικά χρόνια. Η αλλαγή του ονόματος σε «Καλλιθέα» γίνεται το 1953.
Θα ξεκινήσουμε τη θρησκευτική μας αναφορά από την πανέμορφη εκκλησία του Άγιου Χαράλαμπου, η οποία ξεκίνησε να χτίζεται το 1958 και ολοκληρώθηκε έναν χρόνο αργότερα. Για την υλοποίηση του έργου εργάστηκαν οι κάτοικοι του χωριού, κουβαλώντας πέτρες από το ποτάμι, όπου είχαν σπάσει μια μεγάλη πέτρα με δυναμίτη. Σήμερα, λοιπόν, στο χωριό υπάρχει ένας υπέροχος, μεγαλοπρεπής ναός, ο οποίος αποτελεί ξεχωριστή ενορία.
Στην ορεινή συνοικία, στην Άνω Καλλιθέα δηλαδή, θα βρει κανείς τρεις εκκλησίες. Η πιο παλιά από τις τρεις είναι ο Άγιος Αθανάσιος, που γιορτάζεται στις 2 Μαΐου κάθε χρόνο. Είναι πέτρινη, με ξύλινο τέμπλο και στην πόρτα της φέρει τη χρονολογία «1690». Επίσης, το χωριό διαθέτει το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, που επίσης γιορτάζεται στις 20 Ιουλίου. Λένε ότι υπήρχε άλλος ναός του Αγίου «στου Κούτου το μοναστήρι», σε έναν λόφο που αποκαλούν «καστράκι». Εκεί, μόναζαν μάλιστα πολλοί καλόγεροι, οι οποίοι πέθαναν από πανούκλα ή χολέρα. Όμως, λίγα χρόνια αργότερα το μοναστήρι κάηκε κι έτσι, οι κάτοικοι του χωριού ξανάχτισαν το μοναστήρι σε άλλη μεριά.
Τέλος, η Άνω Καλλιθέα διαθέτει και την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, που τιμούν οι Καλλιθιώτες ή αλλιώς, «οι Σκουπαίοι», όπως τους ξέρουμε όλοι, κάθε 17 Ιουλίου. Ο ναός αυτός αρχικά χτίστηκε το 1875, αλλά έπειτα από καταστροφές, ξαναχτίστηκε από τους ίδιους τους κατοίκους. Ο χώρος κάτω από την εκκλησία λειτουργούσε και ως κοιμητήριο. Για να χτιστεί η εκκλησία, οι κάτοικοι κουβάλησαν πέτρες από το ρέμα. Μάλιστα, στη μάντρα της Αγίας Μαρίνας, οι πλάκες λέγεται ότι φέρουν το όνομα των παιδιών του χωριού!
Περίπου 300 μέτρα αφού μπεις στο χωριό της Καλλιθέας, θα συναντήσεις μια διχάλα. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου, συναντάς την εκκλησία, ενώ αν κατηφορίσεις προς τη δεξιά, θα βρεθείς μπροστά από ένα πανέμορφο, πέτρινο γεφύρι, που χτίστηκε περίπου το 1850 από Ιταλούς μάστορες.
Τόσο τον χειμώνα, όσο και το καλοκαίρι, θα γίνεις μάρτυρας ενός σκηνικού που θυμίζει παραμύθι. Κάτω από το γεφυράκι ρέει το νερό του Σκουπέικου ποταμού, στο οποίο μπορείς να περπατήσεις ανάμεσα στις πέτρες (κυρίως το καλοκαίρι), να δεις από κοντά βατραχάκια στο φυσικό τους περιβάλλον και πανέμορφα πλατάνια δίπλα στο νερό.
Πρόκειται για ένα μικρό χωριό, με πέτρινα κυρίως σπίτια που απαρτίζεται από τρεις μαχαλάδες. Μοιάζει με έναν τόπο που χτίστηκε στη μέση ενός καταπράσινου τοπίου, με βουνά να «τυλίγουν» το όμορφο χωριό. Διαθέτει περίπου 100 μόνιμους κατοίκους, δύο καφενεία, ενώ τα τελευταία χρόνια ανανεώνεται από νέα σπίτια και νέους επισκέπτες.
Στο τέλος του χωριού, αφού περάσει κανείς το γεφυράκι, μπορεί να περπατήσει στα στενάκια που οδηγούν σε περιποιημένα περιβόλια με αλλά και να βρεθεί στο φαράγγι της Καλλιθέας. Πρόκειται ουσιαστικά για το τελείωμα του φαραγγιού του Αγίου Λουκά, που προσελκύει τους λάτρεις της φύσης και του canyoning.
*** Γράφει κι επιμελείται τα κείμενα η Ιωάννα Δούρη, Comms & Marketing Manager/ Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, Ιωάννα Δούρη.
Για μπάνιο σε ένα βραχώδες, βοτσαλένιο περιβάλλον; Ή μήπως ποτό δίπλα στην παραλία και περιπλάνηση στα στενά σοκάκια του ορεινού χωριού; Το Λουτρό είναι ένας προορισμός που θα ικανοποιήσει κάθε γούστο, κάθε παρέα, κάθε ηλικία!
Το όμορφο χωριό θα το βρεις πολύ κοντά στο Ξυλόκαστρο, σε απόσταση περίπου 10' με το αυτοκίνητο. Με θέα στον Κορινθιακό κόλπο και αρκετές ιστορίες να αφηγηθεί για το παρελθόν και το παρόν του, αποτελεί μια από τις αγαπημένες τοποθεσίες πολλών επισκεπτών του τόπου μας.
Το χωριό απαρτίζεται από δύο περιοχές, αυτή του Λουτρού και του Άνω Λουτρού. Το δεύτερο αποτελεί την πιο ορεινή πλευρά του χωριού, που τα τελευταία χρόνια μάλιστα, γνωρίζει ραγδαία ανοικοδόμηση, φιλοξενώντας ολοένα και περισσότερους παραθεριστές αλλά και μόνιμους κατοικούντες.
Για το Λουτρό μαθαίνουμε από αναφορές που ξεκινούν στην εποχή της Ενετοκρατίας. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, το όνομά του οφείλεται είτε στα θερμά λουτρά που υπήρχαν εκεί ή σε αρχαία ερείπια που οι ντόπιοι τα νόμισαν για λουτρά. Πάντως, ο περιηγητής και φιλέλληνας Pouqueville (1770-1838) αναφέρει ότι στην εποχή του τα νερά των λουτρών είχαν εξαφανιστεί, αλλά υπήρχαν ακόμη τα ερείπια από τις κτιριακές εγκαταστάσεις.
Παρόμοια αναφορά γίνεται και από τον Κούρτιο, ο οποίος με τη σειρά του μάς πληροφορεί ότι τα ευρήματα από λουτρά υποδεικνύουν την ύπαρξη θερμής πηγής κατά τα ρωμαϊκά χρόνια. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα λουτρά αυτά εξαφανίστηκαν ύστερα από ισχυρούς σεισμούς που διαδραματίστηκαν στην περιοχή.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα ερείπια αυτά σώζονταν μέχρι και το 1950, στην περιοχή που οι ντόπιου γνωρίζουν ως «τα ξερικά».
Ξεκινάμε τη θρησκευτική μας περιήγηση από την είσοδο του χωριού και πιο συγκεκριμένα, από τους ναούς που βρίσκονται παραλιακά. Περίπου στη μέση του Λουτρού, λοιπόν, συναντάμε τη σταυροειδή, με τρούλο εκκλησία του Αγίου Νικολάου, η οποία γιορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου.
Λίγο πιο κάτω, στα όρια ανάμεσα σε Πιτσά και Λουτρό, βρίσκουμε τη Μεταμόρφωση Σωτήρος, που αποτελεί τη «Μητρόπολη» του χωριού. Είναι χτισμένη το 1908 σε ρυθμό Βασιλικής και ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το χρυσοποίκιλτο τέμπλο της.
Τέλος, κάτω από τη Νέα Εθνική Οδό, μπορεί κανείς να επισκεφθεί το ναό της Υπαπαντής του Χριστού. Πρόκειται για σχετικά νέα εκκλησία που χτίστηκε πρόσφατα, μετά την κατεδάφιση της παλιάς εκκλησίας, στην οποία βρίσκεται το δεύτερο νεκροταφείο του χωριού.
Ανηφορίζοντας προς το Άνω Λουτρό, στη δεύτερη μεγάλη στροφή του δρόμου, βρίσκουμε μια μικρή ταμπέλα που μας οδηγεί προς τον Άγιο Παντελεήμονα. Πρόκειται για ένα εκκλησάκι που βρίσκει κανείς σε έναν μικρό λόφο, γνωστό στους ντόπιους ως «Σόφη». Τυπικά, ο ναός ανήκει στο Λουτρό, όμως τον αναφέρουμε εδώ, καθώς θα τον βρει κανείς στον δρόμο για την ορεινή συνοικία του Λουτρού.
Έχοντας μπει πλέον στον χωριό του Άνω Λουτρού, θα συναντήσουμε τον Άγιο Δημήτριο, που χτίστηκε το 1880. Πρόκειται για ένα εκκλησάκι, τύπου Βασιλικής, χωρίς τρούλο, σε χρώματα μπλε και λευκού στο εξωτερικό του, μια μικρή μάντρα και μια πανέμορφη αυλή να θυμίζει παλιό κυκλαδίτικο σπίτι. Λίγα μέτρα παρακάτω, συναντάμε το παλιό σχολείο. Αν στρίψουμε δεξιά και συνεχίσουμε για 300 περίπου μέτρα, θα βρεθούμε στην Αγία Κυριακή, ένα καλοδιατηρημένο εκκλησάκι, σε χρώματα μαύρου και λευκού.
Τέλος, η πιο παλιά εκκλησία είναι ο Άγιος Χαράλαμπος, που πρόκειται για έναν ναό του οποίου την ημερομηνία κατασκευής δεν γνωρίζουμε ακριβώς. Ξέρουμε όμως ότι χτίστηκε στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και μάλιστα πριν το 1821, καθώς για να έχει κανείς πρόσβαση σε αυτόν, πρέπει να κατέβει σκαλοπάτια. Τι σημαίνει αυτό; Οι Τούρκοι, προκειμένου να υπενθυμίζουν στους Έλληνες ότι ήταν υπόδουλοι, τους ανάγκαζαν να χτίζουν εκκλησίες με σκαλοπάτια. Σημειολογικά, η κατάβαση αυτή των σκαλοπατιών δείχνει ότι, σύμφωνα με τους κατακτητές, οι Έλληνες ήταν «κατώτεροι» σε σχέση με τον Τούρκο. Ο Άγιος Χαράλαμπος αποτελούσε την κεντρική εκκλησία των «Άνω Λουτραίων». Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, εκεί γίνονταν οι γάμοι, τα πανηγύρια και οι συγκεντρώσεις των ντόπιων.
Ανατολικά του Άνω Λουτρού, θα δεις στον γυμνό βράχο να σχηματίζονται τρεις εσοχές που μοιάζουν με μεγάλα παράθυρα. Πρόκειται για ανθρώπινο έργο και όχι για μια ακόμη «καλλιτεχνία» της φύσης. Μπορεί τα παραθύρια, λοιπόν, να βρίσκονται σε ύψος 80 μέτρων περίπου, στο παρελθόν όμως, έχοντας μια μεγάλη σκάλα, ήταν εφικτή η είσοδος ενός επισκέπτη σε αυτά, καθώς μετά τα 8 μέτρα συναντά κανείς λαξευμένα σκαλοπάτια στο βραχώδες τοπίο. Σήμερα, όπου η μορφολογία του εδάφους έχει αλλάξει, δεν είναι δυνατή η πρόσβαση.
Ποια η χρηστικότητα των παραθύρων όμως; Τι συνάντησαν όσοι τα επισκέφθηκαν; Μπαίνοντας στα παραθύρια, αντικρίζει κανείς ένα τετραγωνισμένο, πέτρινο δωμάτιο, που επικοινωνεί με το διπλανό. Στο ανατολικό της μέρος υπάρχει ένας χώρος, σαν πρόθεση ναού με σκαλισμένα γράμματα που έχουν εξαφανιστεί αλλά και μια μισοσβησμένη χριστιανική εικόνα. Στην άλλη άκρη υπάρχει σπηλιά.
Με βάση τα ευρήματα αυτά, ξέρουμε ότι επρόκειτο για κρησφύγετο (πιθανώς στην περίοδο της Τουρκοκρατίας) κι ότι όσοι προφυλάσσονταν σε αυτό ήταν Χριστιανοί.
Πρόκειται για το γνωστό φαράγγι της Φόνισσας που ξεκινά από το χωριό Κορφιώτισσα και καταλήγει στο Λουτρό. Ακολουθώντας την επιγραφή που οδηγεί στο Άνω Λουτρό και αφού περάσεις τη γέφυρα, θα χρειαστεί να στρίψεις αριστερά. Τότε θα βρεθείς στον αγροτικό δρόμο που οδηγεί προς το Ξυλόκαστρο.
Κάπου ανάμεσα στο Καμάρι και το Λουτρό θα συναντήσεις και τον περιβόητο «καταρράκτη της Φόνισσας» που φτάνει τα 10 μέτρα ύψος. Την ονομασία του την οφείλει στην επικινδυνότητά του, με δεδομένο ότι στο παρελθόν έχει σταθεί αιτία για τον θάνατο ή τον τραυματισμό ανθρώπων. Δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις αναρρίχηση σε εκείνο το σημείο (για να το κάνεις αυτό, πρέπει να μεταβείς στην Κορφιώτισσα), αλλά μπορείς να βγάλεις μια τέλεια φωτογραφία με την παρέα ή την οικογένειά σου, νιώθοντας δέος με το άγριο σκηνικό.
Το χωριό διαθέτει καφενείο αλλά και κατάστημα καφεστίασης, με νεροτσουλήθρες, που συγκεντρώνει πολλούς νέους σε εξόδους που διαρκούν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τόσο το Λουτρό, όσο και το Άνω Λουτρό διαθέτουν αρκετούς μόνιμους κατοίκους και ένα εξαιρετικά εύφορο έδαφος με ελιές, αμπέλια, λεμόνια, πορτοκάλια, μανταρίνια αλλά και πολλές ακόμη καλλιέργειες. Μπορείς να το περπατήσεις, να χαθείς στα μονοπάτια του μικρού δάσους που βρίσκεται σχεδόν στην είσοδό του, να κολυμπήσεις στα νερά του, να περπατήσεις τα σοκάκια του ορεινού χωριού και να συνομιλήσεις με πρόθυμους και φιλόξενους χωριανούς.
Οι παραλίες του είναι κατά βάση βραχώδεις, διαθέτουν πεντακάθαρα νερά και συγκεντρώνουν πολλούς λουόμενους κατά τους καλοκαιρινούς και τους φθινοπωρινούς μήνες. Για να απλώσεις με άνεση την πετσέτα σου όμως, χωρίς να χρειαστεί να «αντιμετωπίσεις» τα βραχάκια της θάλασσας, μπορείς να μεταβείς είτε στην παραλία που βρίσκεται απέναντι από το δασάκι, είτε σε αυτήν όπου καταλήγει το ποτάμι (κοντά στο κατάστημα καφεστίασης, με τις νεροτσουλήθρες).
*** Κείμενα: Ιωάννα Δούρη, Comms & Marketing Manager/ Φωτογραφίες: Ι. Δούρη & Κων/νος Αρβανιτάκης
Το Ελληνικό βρίσκεται βόρεια του όρους Κυλλήνη, 11 χιλιόμετρα νότια της Λυκοποριάς και 23,5 χιλιόμετρα από το Ξυλόκαστρο. Βρίσκεται σε υψόμετρο 510 μέτρων και πρόκειται για έναν οικισμό που κατοικείται από την αρχαία Ελλάδα. Ευρήματα από κίονες νεοελληνικού ναού και κατάλοιπα κυκλωπείων τειχών, Μυκηναϊκής μάλλον περιόδου, είναι μόνο μερικά από όσα αποδεικνύουν ότι το μέρος αποτελούσε οικισμό πολλούς αιώνες πριν.
Το «Ελληνικό» όνομά του ενδέχεται μάλιστα να οφείλεται σε αυτή τη μακρά ιστορία του. Παλιότερα, το χωριό ονομαζόταν «Λούζι» και βρισκόταν στην περιοχή «Παλαιολούζι», η οποία σήμερα διαθέτει μόνο αγροτικές περιουσίες.
Η πεζοπορία στο κατάφυτο βουνό με τις απέραντες αμυγδαλιές, η αναρρίχηση στα βουνά και το φαράγγι του Αγίου Λουκά, το κολύμπι στα κρυσταλλένια νερά του Σκουπαίικου ποταμού και οι βουτιές στους μικρούς καταρράκτες του αποτελούν μερικές από τις δραστηριότητες που δεν πρέπει να χάσει κανείς. Ο επισκέπτης μπορεί να έχει μια πολύ εύκολη πρόσβαση στο μέρος, καθώς το οδικό δίκτυο βρίσκεται σε αρκετά καλή κατάσταση. Αν και θέλει προσοχή στις στροφές!
Το χριστιανικό φρόνημα των κατοίκων του Ελληνικού καλά κρατεί. Πρόκειται για ένα χωριό με βαθιά πίστη, που τιμά τους προστάτες Αγίους του με εκκλησιασμούς. Η κεντρική εκκλησία είναι αυτή της Παναγίας, την οποία συναντά κανείς μπαίνοντας στο χωριό, ενώ δεξιά της θα βρει το Ηρώον και μια πολύ μικρή παιδική χαρά.
Πάνω στην πλάκα με τους πεσόντες ήρωες του 1940, υπάρχουν δύο κίονες κι άλλος ένας, στην παιδική χαρά. Πρόκειται για απομεινάρια ενός αρχαίου ελληνικού ναού, που βρισκόταν σε σημείο ψηλά στο βουνό, στα θεμέλια του οποίου χτίστηκε ο ναός της Παναγίας. Αυτός κάηκε από τους Γερμανούς στην Κατοχή, καθώς οι αντάρτες είχαν εγκαταστήσει στον χώρο του, τηλεφωνικό κέντρο που έγινε αντιληπτό από τους κατακτητές. Έτσι, οι κίονες κατέληξαν στη σημερινή εκκλησία της Παναγίας.
Σε απόσταση περίπου 10 λεπτών με τα πόδια θα βρει κανείς την εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, που παλιά αποτελούσε τον κεντρικό ναό του χωριού κι έχει χτιστεί το 1823. Το ίδιο προσεγμένα είναι και τα δύο ξωκκλήσια, το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη και του Αγίου Λουκά, που βρίσκονται σε πιο ορεινά σημεία του χωριού.
Ο Άγιος Ιωάννης υπάρχει από παλιά στην ίδια θέση. Όμως, λόγω φυσικής φθοράς ξαναχτίστηκε το 1932, όπως το βλέπουμε σήμερα. Ο Άγιος Λουκάς από την άλλη, χτίστηκε το 1930, αλλά ξαναχτίστηκε μετά τον πόλεμο, καθώς είχε καεί από τους Γερμανούς. Το χωριό διαθέτει ακόμη έναν ναό, ο οποίος αποτελεί αρχιτεκτονικό στολίδι. Είναι αυτός της Μεταμόρφωσης Σωτήρος, που ανήκει στις θρησκευτικές κατασκηνώσεις του Μεγάλου Βασιλείου. Πρόκειται για μια τεράστια εκκλησία, η οποία βρίσκεται εντός του χώρου της θρησκευτικής κατασκήνωσης του Ελληνικού.
Το Ελληνικό έχει γίνει πολύ γνωστό εξαιτίας του φαραγγιού του Αγίου Λουκά. Ωστόσο, διαθέτει πολλά περισσότερα που μπορεί να προσφέρει στους επισκέπτες, ντόπιους, τουρίστες και παραθεριστές.
Αναφερόμαστε φυσικά σε μοναδικές γωνιές του χωριού, ξεκινώντας από τον περίφημο φράκτη του Αγίου Ιωάννη. Αποκτάς πρόσβαση σε αυτόν αν κατέβεις τα σκαλάκια που βρίσκονται στο πίσω μέρος του μικρού ναού του Αϊ Γιάννη ή –αν είσαι με αυτοκίνητο- αφού περάσεις το εκκλησάκι, μετά τη στροφή. Πρόκειται για μια πέτρινη κατασκευή που έγινε το 1940, ενώ πρόσφατα δημιουργήθηκε μια πανέμορφη βρύση, δαπάνη των κατοίκων, το 2013. Η βρύση δεν στερεύει από κρύο, πεντακάθαρο νερό.
Συζητάμε φυσικά για έναν από τις πιο δημοφιλείς προορισμούς όσων λατρεύουν τα extreme sports. Το φαράγγι του Αγίου Λουκά αποτελεί ένα φαράγγι το οποίο δημιουργείται από τον Σκουπαίικο ποταμό, ο οποίος έχει τις πηγές του ψηλά, στο βουνό.
Ενδείκνυται για αναρριχήσεις, καταβάσεις, κολύμπι και περιπλάνηση μέσα στη φύση. Για να ξεκινήσει κανείς την πεζοπορία από την αρχή, πρέπει να μεταβεί στο εκκλησάκι του Αγίου Λουκά. Κατά μήκος της διαδρομής θα δει σημάδια σε πέτρες και δέντρα, ώστε να μην χαθεί.
Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή για τους ταξιδιώτες, ανεξαρτήτως εποχής, καθώς το ποτάμι μπορεί να γίνει πολύ ορμητικό και το φαράγγι σε σημεία είναι πολύ απότομο.
Αν βρεθεί κανείς στην περιοχή τις ημέρες του Πάσχα, μπορεί να μαγειρέψει κάτι, να το πάρει μαζί του και να βρεθεί στο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη. Γιατί αμέσως μετά τη λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα, το χωριό μαζεύεται στη βρύση και τρώει μαζί στο «δείπνο της Αγάπης», ένα παλιό έθιμο που επανήλθε στο προσκήνιο και αναβιώνει κάθε χρόνο από τους κατοίκους της περιοχής.
*** Τα κείμενα υπογράφει η Ιωάννα Δούρη, Comms & Marketing Manager.
Αν σου έλεγαν να περιγράψεις το Μάννα ή για τους ντόπιους Μάρκασι, θα έλεγες ότι πρόκειται για το πανέμορφο χωριό, με τα παραδοσιακά σπίτια και τις αμέτρητες μηλιές. Θα το βρεις στους πρόποδες του όρους Ζήρεια, σε υψόμετρο 850 μέτρων.
Διαθέτει μύθους, χρώματα, φυσική ομορφιά και μια μεγάλη ιστορία που ξεκινά από το 1800 και φθάνει στο σήμερα.
Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, το χωριό ονομαζόταν Μάρκασι ή Μαρκάσι. Το πιο πιθανό είναι το «Μάρκασι» ως τοπωνύμιο να είναι τουρκικής καταγωγής, μιας και στην τουρκική γλώσσα «Μάρκασι» σημαίνει το φρύδι της Μαρίας. Η κορυφογραμμή πάνω από το χωριό που θυμίζει φρύδι είναι πολύ πιθανό να ενέπνευσε τους πρώτους κατοίκους, ώστε να το ονοματίσουν έτσι.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή που θέλει το χωριό να είναι αρβανίτικης καταγωγής, χωρίς όμως να έχουμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτό το ενδεχόμενο.
Η σημερινή ονομασία όμως μάς έρχεται το 1926, όταν ο τόπος ονομάζεται τελικά «Μάννα», όπως η πηγή από την οποία υδρευόταν το χωριό.
Το χωριό δημιουργήθηκε μετά το 1800 από αποίκους που ήλθαν από την Μπαρμπίτσα και τα Λαγκάδια της Αρκαδίας. Άλλοι πάλι, σύμφωνα με τους κατοίκους του χωριού, μας έρχονται από την Αχαΐα και πιο συγκεκριμένα, από την περιοχή Περιστέρα.
Σήμερα το Μάννα διαθέτει περίπου 650 μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κατά βάση με την καλλιέργεια της γης, ενώ στο χωριό λειτουργεί νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο. Η σημαντική παραθεριστική και τουριστική επισκεψιμότητά του κατά τους καλοκαιρινούς μήνες οφείλεται στην ασύλληπτη θέα, τις μοναδικές φυσικές ομορφιές αλλά και τις δύο νεροτριβές που διαθέτει το χωριό.
Μέλη της οικογένειας Βαρβιτσιώτη (Μπαρμπιτσιώτη) εγκαθίστανται στο Μάρκασι γύρω στα 1820. Πρόκειται για οπλαρχηγούς και άξιους πατριώτες, οι οποίοι στήνουν το βιός τους στο νέο τόπο. Ο Βασίλης Βαρβιτσιώτης είχε παντρευτεί την κόρη του μεγάλου αρματωλού του Μοριά, Ζαχαριά, τη Μαρίτσα.
Το χωριό είχε ενεργό συμμετοχή στην Επανάσταση του 1821 κατά των Τούρκων. Υπό την ηγεσία του Βασίλη Βαρβιτσιώτη, κάτοικοι του Μαρκασίου ταμπουρώθηκαν κάτω από τον βράχο που είναι στην είσοδο του χωριού, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το δημοτικό σχολείο, έφτιαξαν πολεμίστρες, πολέμησαν και έδιωξαν τους Τούρκους πολλές φορές.
Δεν μπορούμε να μην ξεκινήσουμε από τη Μητρόπολη του χωριού, που είναι ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου κι Ελένης. Πρόκειται για τον κεντρικό και μεγαλεπήβολο ναό του χωριού, ο οποίος άρχισε να χτίζεται το 1880 και ολοκληρώθηκε περίπου το 1920. Πρόκειται για δημιούργημα των ίδιων των κατοίκων, από πέτρες πελεκητές που κουβάλησαν οι ίδιοι σε μουλάρια από το βουνό που στη συνέχεια μετασχηματίστηκαν στον σημερινό ναό από ειδικούς μάστορες.
Η εκκλησία όμως διαθέτει πολλούς ναούς. Ένας από αυτούς είναι ο ναός του Αγίου Δημητρίου, που χτίστηκε από την οικογένεια του οπλαρχηγού Βαρβιτσιώτη και θα βρει κανείς μες στο χωριό, κατηφορίζοντας ένα όμορφο μονοπάτι. Η Μάννα όμως διαθέτει επίσης ναό του Αγίου Βλασίου, Αγίου Αθανασίου, μια εκκλησία της Παναγίας, του Προφήτη Ηλία και της Αγίας Τριάδος.
Είτε είναι κανείς από την περιοχή, είτε από κάπου αλλού, δεν θα δυσκολευθεί να καταλάβει το μήλο του χωριού από την πρώτη κιόλας δαγκωματιά. Γιατί είναι μια κοινή αλήθεια ότι το χωριό διαθέτει μηλιές που παράγουν πλούσιο καρπό και φημίζονται πανελλαδικά για το άρωμα και τη γεύση τους. Ως εκ τούτου, το μήλο είναι ένα από τα κύρια παράγωγα του χωριού, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ετήσια παραγωγή του αγγίζει τους 2.500 τόνους.
Ωστόσο, το χωριό διαθέτει κι άλλα γεωργικά παράγωγα, όπως είναι η κορινθιακή σταφίδα, το ελαιόλαδο, μια μικρή ποσότητα σουλτανίνας, αμπέλια και βερίκοκα.
*** Γράφει η Ιωάννα Δούρη, Comms & Marketing Manager/ Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, Ιωάννα Δούρη
Τη Λυκοποριά θα τη βρεις πολύ κοντά στο Δερβένι. Πρόκειται για ένα πανέμορφο μέρος που λούζεται από θαλασσινό νερό, από ηλιαχτίδες και -αρκετά συχνά- από το γνωστό αεράκι της περιοχής, προσελκύοντας διαρκώς εκδρομείς αλλά και λάτρεις των θαλάσσιων sports.
Για να φθάσεις εκεί, δεν θα ταλαιπωρηθείς καθόλου, μιας και ο προαστιακός πραγματοποιεί στάση στο μέρος, ενώ στην εθνική οδό η έξοδος «Λυκοποριά» βγάζει τον ταξιδιώτη σε κυκλικό κόμβο, οδηγώντας τον πολύ εύκολα στο χωριό. Από την άλλη, αν θέλει κανείς να οδηγήσει κατά μήκος της παραλίας, απολαμβάνοντας το μοναδικό τοπίο της περιοχής μας, προτείνεται και η παλαιά Εθνική οδός Κορίνθου – Πατρών, μιας και ο εσωτερικός δρόμος που εξυπηρετεί τους κατοίκους της περιοχής είναι σε αρκετά καλή κατάσταση.
Όπως η ευρύτερη παραθαλάσσια περιοχή, έτσι κι η Λυκοποριά προτείνεται για καλοκαιρινές διακοπές, περιπάτους, windsurfing και πολλές ακόμη αθλητικές δραστηριότητες για «μύστες» των sports. Παράλληλα, διαθέτει πολλά μαγαζιά καφεστίασης, mini market, μπαράκι, φούρνο και φαρμακείο. Με λίγα λόγια, ό,τι χρειάζεται κανείς για να είναι αυτάρκης στις διακοπές αλλά και την καθημερινότητά του.
Προτού λάβει το σημερινό του τοπωνύμιο, το μέρος λεγόταν «Αβγό», όπως ακριβώς αποκαλούμε έναν από τους λόφους της περιοχής. Όμως, η ονομασία «Λυκοποριά», αν και προέκυψε αργότερα, παρέμεινε ως έχει μέχρι σήμερα.
Στο άκουσμά της, αμέσως στο νου μας έρχεται η προφανής σύζευξη των λέξεων «λύκος» και «πορεία». Είναι όμως αυτή η πραγματική προέλευση της ονομασίας ή μήπως πρόκειται για μια ακόμη παρανόηση ιστορικών στοιχείων; Πράγματι, η επικρατέστερη εκδοχή για την ονοματοδοσία αποδίδεται στη διέλευση λύκων από την περιοχή «ποριά». Πρόκειται για τον δρόμο που μας πηγαίνει στο χωριό «Καλλιθέα» (ή «Σκουπαίικα», όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι), από την οποία αναφέρεται ότι περνούσαν λύκοι, μιας και στη Λυκοποριά επικρατούσε ένα άγριο τοπίο από πεύκα, καλαμιές κ.ά.
Η δεύτερη εκδοχή εστιάζεται στο λατινικό «lux», που σημαίνει φως. Σύμφωνα με αυτήν, οι πρώτοι κάτοικοι εντυπωσιάστηκαν από το φως που έλουζε το χωριό από τη χαραυγή μέχρι το λυκόφως κι έτσι, θέλησαν να δώσουν στον νέο τόπο κατοικίας τους ένα τοπωνύμιο που να του ταιριάζει απόλυτα. Έτσι, αναφέρθηκαν στην πορεία του φωτός (lucis – πορεία) και εντέλει, στη Λυκοποριά. Ενισχύοντας την εν λόγω πλευρά της ιστορίας, ο Αντώνης Μηλιαράκης προτρέπει σε ένα από τα βιβλία του τους κατοίκους να διορθώσουν την ονομασία σε «Λυκοπορειά».
Οι «Λυκοποραίοι», όπως αποκαλούμε τους ντόπιους, δεν είναι γηγενείς, αλλά Ζαχολίτες, δηλαδή προέρχονται από τη Ζάχολη ή Εβροστίνα, που τα παλιά χρόνια θεωρείτο κεφαλοχώρι. Η μεγάλη μετακίνηση των Ζαχολιτών έγινε το 1886 όταν κατασκευάστηκε η σιδηροδρομική γραμμή της περιοχής. Όσοι κατέφθασαν στον τόπο αντίκρισαν ένα άγονο τοπίο που σταδιακά άρχισαν να περιποιούνται και να το μετατρέπουν σε καλλιεργήσιμη γη.
Αρχικά, την τιμητική τους είχαν οι ελιές, τα αμπέλια, το σιτάρι, το κριθάρι, ο βίκος, το τριφύλλι, τα δημητριακά, τα όσπρια. Όμως, ιδιαίτερη θέση είχε η μαύρη σταφίδα, γνωστότερη ως «κορινθιακή». Αργότερα, με τη συμβολή του δασκάλου Γκολφινόπουλου, ο οποίος διεύρυνε το πνεύμα και τις αγροτικές γνώσεις των Λυκοποραίων, οι ντόπιοι κατόρθωσαν να ξεφύγουν από την ανέχεια που είχε δημιουργήσει η σταφιδική κρίση.
Στην περιοχή ιδρύθηκε πρότυπο αγροκήπιο, που έδωσε τη σκυτάλη σε νέες καλλιέργειες. Κάποιες από αυτές μάλιστα, έγιναν γνωστές σε ολόκληρη την Ελλάδα και είναι η ποικιλία των αχλαδιών «κοντούλες Λυκοποριάς», καθώς επίσης και τα «βερίκοκα Διαμαντοπούλου».
Θα ξεκινήσουμε την αναφορά μας από την Μητρόπολη του χωριού, τον Άγιο Νικόλαο. Πρόκειται για τον κεντρικό ναό του χωριού, ο οποίος βρίσκεται προς το τέλος της Λυκοποριάς και είναι πετρόκτιστος, σταυροειδής, χωρίς τρούλο. Η ανοικοδόμησή του ξεκίνησε το 1905 και ολοκληρώθηκε το 1909. Παλαιότερα, στο ίδιο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται ο μητροπολιτικός ναός υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι, με πολιούχο επίσης τον Άγιο Νικόλαο.
Αφότου ολοκληρώθηκε ο ναός του Αγίου Νικολάου, πολλοί κάτοικοι άρχισαν να έρχονται σε ρήξη. Ο λόγος ήταν η τοποθεσία του μεγάλου ναού, η οποία δεν εξυπηρετούσε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, με δεδομένο ότι πλέον ο οικισμός της Λυκοποριάς είχε αρχίσει να εκτείνεται προς την αντίθετη πλευρά, δηλαδή προς το Ξυλόκαστρο. Ως αποτέλεσμα, το 1912- 1913 οικοδομήθηκε και δεύτερος ναός, ο Άγιος Γεώργιος, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της Λυκοποριάς.
Το μεγάλο θρησκευτικό αίσθημα των Λυκοποραίων είναι εξαιρετικά εμφανές. Τόσο στις Κυριακάτικες λειτουργίες, όσο και στις γιορτές των Αγίων, οι ντόπιοι δεν παραλείπουν να παραστούν στην εκκλησία, προσφέροντας τον οβολό, το πρόσφορο και ό,τι άλλο επιτάσσει η εκάστοτε χριστιανική τελετουργία.
Απόδειξη της μεγάλης πίστης τους αποτελούν και τα πολλά ξωκκλήσια του χωριού, που γιορτάζονται από τους θρησκόληπτους και καθένα από αυτά διαθέτει τη δική του -μικρή ή μεγαλύτερη- ιστορία.
Όμορφη, ηλιόλουστη, με πινελιές από το «χωριό» όπως το έχουμε πάντα στο μυαλό μας, η Λυκοποριά διαχρονικά αποτελεί έναν αγαπημένο προορισμό τόσο για μονοήμερη εκδρομή, όσο και για διακοπές την άνοιξη, το καλοκαίρι αλλά και στις αρχές του φθινοπώρου. Πρόκειται για ένα τοπίο που μοιάζει με θαλασσογραφία και αποζημιώνει κάθε ταξιδιώτη.
Τα ταβερνάκια του που προσφέρουν ψάρι και ψητά σε κάθε «απαιτητικό ουρανίσκο», προτιμώνται από πολλούς ταξιδιώτες, οι οποίοι κάνουν μια στάση στη Λυκοποριά, επιλέγοντας να ξεκουραστούν στον τόπο. Φυσικά, από την περιήγηση δεν μπορεί να λείψει ο φάρος που θα βρει κανείς μέσα στο χωριό, αλλά ούτε και ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός, με τις ράγες που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε ταινίες.
Το όμορφο μικρό κτήριο στο οποίο ζούσε ο σταθμάρχης με την οικογένειά του προτείνονται ως σημείο ξενάγησης, στο οποίο μπορεί να βγάλει κανείς όμορφες φωτογραφίες και να περπατήσει στα σοκάκια του χωριού. Σημάδι μιας αλλοτινής εποχής είναι και ο ανακαινισμένος μύλος που μπορεί κανείς να επισκεφθεί κατόπιν συνεννόησης, αλλά και η παλιά γέφυρα που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από τον κυκλικό κόμβο.Τέλος, αν τύχει κι έρθεις σε μέρα προπόνησης ή αγώνα, μπορείς να περάσεις από το γήπεδο της Λυκοποριάς και να ενώσεις τη φωνή σου με αυτές των υπόλοιπων ποδοσφαιρικών φιλάθλων.
Τι λες; Πάμε Λυκοποριά;
*** Γράφει η Ιωάννα Δούρη, Comms & Marketing Manager
Το Πιτσά Κορινθίας θα το βρεις περίπου στη μέση ανάμεσα σε Ξυλόκαστρο και Δερβένι, σε ένα σημείο που βρέχεται από τα νερά του Κορινθιακού κόλπου. Το χωριό απαρτίζεται από δύο οικισμούς, αυτούς του Πιτσά και του Άνω Πιτσά, αντίστοιχα. Όπως και πολλά άλλα μέρη της περιοχής μας, έτσι κι αυτό, διαθέτει μεγάλη ιστορία που εκτείνεται πολλούς αιώνες πίσω.
Ο τόπος όμως, έχει μια ιδιαιτερότητα. Πέρα από την ιστορία, φέρει μαζί του αρώματα των τεχνών και πιο συγκεκριμένα, της ζωγραφικής και του χορού. Είναι το μέρος, στο οποίο γεννήθηκε η μουσική, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ενώ παράλληλα αποτελεί το σημείο στο οποίο βρέθηκαν σημαντικοί πίνακες, μοναδικής ομορφιάς και αξίας. Χρώματα λαμπερά και απεικονίσεις από συνήθειες μιας άλλης εποχής τροφοδοτούν τις αρχαιολογικές έρευνες και γεμίζουν τη φαντασία μας, σχετικά με το πώς ζούσαν οι προπάτορές μας.
Το πρώτο που θα κάνεις αν βρεθείς στο Κάτω Πιτσά, είναι να στρέψεις το κεφάλι σου προς τη θάλασσα και να ανασάνεις βαθιά, ώστε να γευτείς όλη την αίσθηση φρεσκάδας κι ελευθερίας που σου προσφέρει. Ενώ από την άλλη, το Πιτσαδαίικο βουνό (όρος Χελιδορέα) θα σου προσφέρει «την απόλυτη θέα», τόσο από τα ξωκκλήσια του, όσο και από άλλες πλευρές του.
Σύμφωνα με την εκδοχή της πολιτισμολόγου Σωτηρίας Δημοπούλου, το Πιτσά ενδεχομένως να πήρε την ονομασία του από τη δωρική λέξη πέτσα (πέτρα) που συνάδει με το πετρώδες έδαφος και την ύπαρξη αρχαίου λατομείου στον τόπο. Άλλη εκδοχή θέλει το Πιτσά να προέρχεται από την αρβανίτικη λέξη pike (υποκοριστικό του pikeze) που σημαίνει κορυφή. Είναι σαφές ότι και οι δύο αυτές εκδοχές αναφέρονται μόνο στον ορεινό οικισμό του χωριού.
Άλλη εκδοχή συνδέει το Πιτσά με το «Πιτσάρι», αλβανόφωνο χωριό της Β. Ηπείρου. Σύμφωνα με αυτήν, από αυτό το χωριό έφυγαν κάποια στιγμή ορισμένοι κάτοικοι (κατά την παράδοση, ύστερα από επιδημία χολέρας) κι έφτασαν εδώ. Ωστόσο, αν ίσχυε αυτό, οι κάτοικοι θα έπρεπε να αποκαλούνταν «Πιτσαίοι» κι όχι «Πιτσαδαίοι», όπως τους λέμε σήμερα.
Κι έτσι, οδηγούμαστε σε μια τελευταία υπόθεση σε σχέση με την προέλευση της ονομασίας του Πιτσά, που θέλει το χωριό να φέρει όνομα κατοίκου (Πιτσάς), ο οποίος πρωτοεγκαταστάθηκε στο μέρος.
Οι Πιτσαδαίοι ήταν γηγενείς. Πρόκειται για ένα γεγονός που αποδεικνύουν τόσο τα ίχνη που βρέθηκαν στον τόπο από τη λίθινη εποχή, όσο και οι αναφορές του Ομήρου στην πόλη Γονόεσσα (Άνω Πιτσά, Άνω Λουτρό), η οποία έλαβε μέρος στον τρωικό πόλεμο, στηρίζοντας τον Αγαμέμνονα.
Ενδεχομένως, ο μυκηναϊκός οικισμός που ανακαλύφθηκε πρόσφατα να είναι, σύμφωνα με τη Σωτηρία Δημοπούλου, και η ομηρική πόλη «Αιγιαλός» που έλαβε κι αυτή μέρος στον τρωικό πόλεμο, όπως προκύπτει από την Ιλιάδα. Αν αναλογιστούμε δε, ότι μέχρι πρόσφατα οι ντόπιοι ανέφεραν το Πιτσά ως «Γιαλό», μάλλον η ιστορική αυτή πιθανότητα ενισχύεται ακόμη περισσότερο.
Ο κ. Θανάσης Νούλας από την άλλη, αναφέρει στο βιβλίο του «Καμάρι» ότι αν και πολλοί ιστορικοί αναζήτησαν την αρχαία πόλη της Δονούσας στην κορυφή του βουνού της Παναγίας ή στο Άνω Πιτσά, από τις ανασκαφές που έγιναν στη θέση «ταράτσες», προέκυψε ότι η θέση της Δονούσας συμπίπτει με το σημερινό Καμάρι Κορινθίας.
Από στόμα σε στόμα κι από τις γιαγιάδες στα εγγόνια ταξίδευε ένα παραμύθι. Πρόκειται για μια παράδοση που ανέφερε την ύπαρξη μιας «νεραϊδοσπηλιάς» στο Πιτσαδαίικο βουνό. Μπορεί, λοιπόν, για αιώνες ολόκληρους το παραμύθι να έμεινε ζωντανό, ωστόσο, κανείς δεν περίμενε τι μπορεί να σήμαινε πραγματικά. Μέχρι που το έτος 1934, ένας βοσκός ανακάλυψε μια δύσβατη σπηλιά που σήμερα αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα ευρήματα για τον παγκόσμιο πολιτισμό.
Ο λόγος φυσικά για το Σπήλαιο του Πιτσά ή αλλιώς, «η Σπηλιά του Σιαφτουλή», όπως την αποκαλούσαν οι ντόπιοι, που έφερε στο φως τους πασίγνωστους «πίνακες του Πιτσά». Οι Πίνακες του Πιτσά χρονολογούνται στο 540- 530 π.Χ. και είναι τέσσερις σε αριθμό.
Οι δύο σώζονται ολόκληροι και απεικονίζουν σκηνή θυσίας και χορού, αντίστοιχα, ενώ οι δύο άλλοι αποτελούν θραύσματα Πινάκων. Οι πίνακες αυτοί ανέτρεψαν την ιστορία της τέχνης, θεωρούνται ως οι παλαιότεροι στον δυτικό πολισμό και σήμερα βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό μουσείο. Τα υπόλοιπα ευρήματα της σπηλιάς βρίσκονται στο Μουσείο Σικυώνας, στο Βασιλικό.
Οι κάτοικοι του Πιτσά συμμετείχαν σε όλους τους εθνικούς αγώνες, στους οποίους μάλιστα θρηνήσαμε πολλά θύματα από τον τόπο. Μεταφερόμαστε αρκετά χρόνια πίσω και η γραφίδα του χρόνου παγώνει στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, στις 21 Μαΐου 1944. Ήταν λίγο μετά το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων όταν οι Γερμανοί κατακτητές έσπασαν τις πόρτες των σπιτιών στον οικισμό των Άνω Πιτσών, βγάζοντας έξω άρον – άρον τους κατοίκους από τα σπίτια τους. Είχαν πληροφορίες ότι το χωριό έδινε τρόφιμα στους αντάρτες κι έτσι, αποφάσισαν να το καταστρέψουν.
Οι ναζιστές σκότωσαν πολλούς. Παιδιά από 15 χρόνων και άνω πιάστηκαν από τους ίδιους και οδηγήθηκαν στο Ξυλόκαστρο, όπου και φυλακίστηκαν, ενώ άλλοι οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας. Τα σπίτια λούστηκαν με ένα εύφλεκτο υγρό και τυλίχθηκαν στις φλόγες. Στο πέρασμά τους οι κατακτητές δεν άφησαν ούτε τα ζώα, που επίσης σφαγιάστηκαν ή κάηκαν εκείνη τη μέρα.
Τη «μαύρη μέρα», όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, ήρθε λίγο μετά να συμπληρώσει και η καταστροφή που δημιούργησε ο εμφύλιος πόλεμος. Πενήντα άτομα θρήνησε συνολικά το χωριό κατά την κατοχική περίοδο. Το διαγενεακό τραύμα, που προκλήθηκε από τις αγριότητες της περιόδου αυτής συνόδευσε για πολλά χρόνια τον τόπο.
Αυτό που γνωρίζουμε με σιγουριά είναι ότι ανέκαθεν οι Πιτσαδαίοι είχαν μια βαθιά πίστη στον Χριστιανισμό. Ο Άγιος Ανδρέας στο κέντρο του χωριού αλλά και η Μεταμόρφωση του Σωτήρος στα όρια με το Λουτρό είναι οι κύριες εκκλησίες του Κάτω Πιτσά. Στην πορεία των χρόνων, αν και άλλαξαν ορισμένους τόπους κατοικίας – πάντα σε απόσταση αναπνοής από το σημερινό Πιτσά – άφηναν πίσω ναούς που σήμερα σώζονται και λειτουργούν.
Στο Άνω Πιτσά βρίσκουμε τους παρακάτω ναούς:
Ξεκινάμε από τα γνωστά, που είναι ο συνδυασμός τους σε βουνό και θάλασσα. Το χωριό λούζεται από νερό και αποτελεί ιδανικό προορισμό για μπάνιο, θαλάσσια αθλήματα, περαντζάδα και picnic στην παραλία. Παράλληλα, το ορεινό του μέρος προτείνεται ως ένας προορισμός για περπάτημα στη φύση και θρησκευτική περιήγηση στα εκκλησάκια του.
Ακολουθούν προτάσεις για να βγάλεις τις καλύτερες φωτογραφίες αλλά και για να περάσεις δημιουργικά τον χρόνο σου:
*** Γράφει η Ιωάννα Δούρη, Comms & Marketing Manager
Το Δενδρό θα το βρεις 25 χιλιόμετρα από το Ξυλόκαστρο, σε υψόμετρο 650 μέτρων. Μην περιμένεις να το γνωρίσεις από κάποιο περίεργο ή εξωτικό δένδρο που ριζώνει στην περιοχή, γιατί κάτι παρόμοιο δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως πολλά μικρά δέντρα, που είναι υπεύθυνα για τη σαμπάνια που τόσο αγαπάς να πίνεις σε κάθε γιορτή. Ο λόγος φυσικά για τη σταφίδα που αποτελεί μια από τις βασικότερες καλλιέργειες του τόπου, μαζί με τις ελιές και τα αμπέλια.
Το χωριό δημιουργήθηκε από τις μικρές γειτονιές που έπαιρναν το όνομα των οικογενειών που τις κατοικούσαν. Έτσι, λοιπόν, σταδιακά τα «Γεννατιάνικα», τα «Μανδελιάνικα» και όλα τα τοπωνύμια ενώθηκαν κάτω από τη σκέπη ενός όμορφου χωριού, με χρωματιστά παρτέρια. Του «Δενδρού», όπως το ξέρουμε στο σήμερα.
Οι μικρές του εκκλησίες, τα παλιά σπίτια τα οποία γίνονται ένα με τα νέα οικήματα, οι διαμένοντες που κατά βάση ασχολούνται με τη γη και οι διπλοκάτοικοι του χωριού είναι τα βασικά που θα βρεις εδώ. Το Δενδρό απέχει μόλις 20’ από το Ξυλόκαστρο και 15- 18’ από τα Τρίκαλα Κορινθίας. Αλήθεια όμως, ποια είναι αυτά τα σημεία του χωριού που το καθιστούν ξεχωριστό;
Μπορεί στο σήμερα να μην υπάρχει κάποιο τεράστιο δέντρο που να ξεχωρίζει για την επιβλητικότητά του και να χαρίζει απλόχερα σκιά στους κατοίκους του. Όμως, ένα τέτοιο δέντρο υπήρξε και μάλιστα αποτέλεσε αιτία για να χαρίσει το όνομά του στο χωριό. Πού βρισκόταν, λοιπόν, αυτό το ιδιαίτερο… αξιοθέατο;
Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, από το 1835 επιβεβαιώνεται η παρουσία του στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Ευαγγελίστριας, ενώ μέχρι πρόσφατα υπήρχε ένα δέντρο, το οποίο ταιριάζει στις περιγραφές. Πιθανώς, πρόκειται για το ίδιο και κόπηκε το 1995, λόγω της μεγάλης φθοράς που αυτό προκαλούσε στα μνήματα. Μάλιστα, φημολογείται ότι υπήρχε άλλο δέντρο στην είσοδο κιόλας του χωριού, οι ρίζες του οποίου, εκτείνονταν μέχρι το νεκροταφείο. Μόλις το πρώτο ξεράθηκε, το δεύτερο ρίζωσε.
Όμως, πέρα από τη γνωστή ιστορία, άραγε τι κρύβουν οι άγνωστες ιστορικές πτυχές του Δενδρού; Κάτοικοι αναφέρουν ότι σε πολλές αγροτικές εργασίες έχουν έρθει στην επιφάνεια κεραμίδες, χαλάσματα κτισμάτων που μοιάζουν με τάφους, μαζί με ανθρώπινα κόκαλα. Την ίδια στιγμή, έρχονται στην επιφάνεια και χάλκινα νομίσματα ή πιθάρια ζωγραφισμένα, που μαρτυρούν ότι στον τόπο υπήρχε ανθρώπινη παρουσία από τα αρχαία χρόνια.
Ιδιαίτερη μνεία, όπως σε κάθε χωριό, έτσι κι εδώ, αξίζει να γίνει για τις εκκλησίες του. Πώς να το κάνουμε; Η θρησκευτική ζωή ενός μικρού τόπου, του οποίου οι μόνιμοι κάτοικοι είναι κατά βάση οι πιο μεγάλης ηλικίας άνθρωποι είναι αυτή που συνεχίζει να αφορά. Τώρα και -γιατί όχι;- για πάντα. Η κεντρική εκκλησία του χωριού είναι αυτή που είναι αφιερωμένη στους αγίους Κωνσταντίνο κι Ελένη. Χτίστηκε το έτος 1910 και είναι μονοθάλαμη και βασιλικού ρυθμού. Πίσω από την εκκλησία υπάρχει το κτήριο που κάποτε λειτουργούσε ως σχολείο.
Ο δεύτερος και παλαιότερος ναός του Δενδρού είναι αυτός της Παναγίας Ευαγγελίστριας, ο οποίος οικοδομήθηκε το 1870, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα το νεκροταφείο του χωριού. Λένε ότι κάθε νεκροταφείο αποτελεί κι ένα ιστορικό σημείο αναφοράς. Θα λέγαμε ότι εδώ επιβεβαιώνεται πέρα για πέρα αυτή η ρήση. Γιατί ανάμεσα στα νέα μνήματα, συναντώνται και σημάδια από πολύ παλαιότερα, από μνήματα ξεχασμένα στη λήθη του χρόνου.
Τα κυπαρίσσια που βρίσκονται κατά μήκος της μικρής εκκλησία επιτείνουν την κατανυκτικότητα του πανέμορφου, γραφικού και ήσυχου τοπίου.
Αγαπάς τη φύση; Το περπάτημα μήπως; Το ίδιο και οι νεότεροι του χωριού, που δημιούργησαν μονοπάτια για να κάνεις μια ευχάριστη διαδρομή, εξερευνώντας το Δενδρό και τα γύρω μέρη (Ρέθι, Πελλήνη). Πρόκειται για μια αρκετά πρόσφατη, ιδιωτική πρωτοβουλία που αναβίωσε παλιές διαδρομές, για να πεζοπορήσει κανείς και να κάνει μια βόλτα ανάμεσα στα δέντρα, τα γεφυράκια και τα πλατάνια.
Μιας και μιλάμε για γεφυράκια, δεν θα μπορούσε να παραληφθεί το πέτρινο, υπέροχο γεφυράκι που βρίσκει κανείς στον παλιό επαρχιακό δρόμο που ενώνει το χωριό με την Πελλήνη. Είναι τοξωτό και όμοιό του στην περιοχή δεν υπάρχει. Το βρίσκεις κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά και θυμίζει κάτι από τα Ζαγοροχώρια. Το πότε δημιουργήθηκε παραμένει ένα αίνιγμα. Σύμφωνα όμως με τον κ. Γιώργο Γεννάτο, κάτοικο του χωριού, ο οποίος γεννήθηκε το 1941, η γέφυρα υπήρχε ήδη από τη γέννηση του παππού του και ίσως, πολλά χρόνια πριν από εκείνον.
Αξίζει να πούμε επίσης ότι στο Δενδρό λειτουργεί επίσης ένα σύγχρονο, προσεγμένο οινοποιείο, το «πατητήρι», όπως το λένε οι ντόπιοι.
*** Κείμενο & Φωτογραφίες: Ιωάννα Δούρη, Comms & Marketing Manager
Αν ετοιμάζεσαι για μια ορεινή βόλτα στο «Ξανθοχώρι», τότε προετοιμάσου για έναν τόπο που μυρίζει… χωριό από την αρχή μέχρι το τέλος του! Βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Ρέθι, σε υψόμετρο 940 μέτρων και σε σημεία του, μοιάζει να μην το έχει αγγίξει ο χρόνος. Διαθέτει ένα πολύ καλό οδικό δίκτυο, παραδοσιακά σπίτια, όμορφα εκκλησάκια, άγριες αμυγδαλιές και πολλούς διπλοκατοίκους. Οι διπλοκάτοικοι του Ξανθοχωρίου διαμένουν στο χωριό κατά τους καλοκαιρινούς μήνες (ως επί το πλείστον) για να φροντίσουν τα κτήματά τους αλλά και για να κάνουν τις διακοπές τους κι ύστερα επιστρέφουν στα παραθαλάσσια σπίτια τους, με σκοπό να περάσουν εκεί τις κρύες μέρες του χειμώνα.
Το Ξανθοχώρι έχει πολλά χρώματα. Πράσινο των δέντρων, καφέ του χώματος, κόκκινο από τα κεραμίδια, μαύρο από την Κορινθιακή σταφίδα που αποτελεί μια από τις βασικότερες καλλιέργειες των κατοίκων και πολλά, πολλά ακόμη που περιμένουν να τα ανακαλύψεις!
Τα καλντερίμια και τα στενά του δρομάκια σε μεταφέρουν σε άλλες εποχές, σε ένα ορεινό χωριουδάκι που θα αγαπήσεις από την πρώτη σου επίσκεψη!
Ακόμη και σήμερα, οι ντόπιοι αποκαλούν το Ξανθοχώρι με την παλιά του ονομασία. Παλιά το χωριό λεγόταν Μάζι, ένα τοπωνύμιο που συνόδευε το μέρος μέχρι και το 1928, όταν τελικά ο τόπος πήρε τη σημερινή του ονομασία. Οι εκδοχές για το πώς και γιατί το χωριό ονομαζόταν Μάζι, είναι πολλές. Ας τις πάρουμε από την αρχή, λοιπόν.
Επειδή στις ανατολικές κλιτύες του όρους «Πατέρας» της Αργολίδας, συναντάμε κάποιο μικρό μέρος με το όνομα «Μάζι», πολλοί είναι όσοι θεωρούν ότι πρόκειται για μετεγκατάσταση κατοίκων, οι οποίοι έδωσαν στο νέο μέρος το όνομα της ιδιαίτερης πατρίδας τους.
Από την άλλη, το τοπωνύμιο Μάζι αποτελεί και ανθρωπονύμιο στρατιωτών της Βενετίας, το οποίο σύμφωνα με τον Κώστα Μπίρη, αρχιτέκτονα, πολεοδόμο και λαογράφο, σημαίνει «ο κορυφαίος».
Υπάρχει όμως και μια ακόμα, τελείως διαφορετική εκδοχή, που μάλλον μας ταξιδεύει σε ερμηνείες που σχετίζονται με τον καλλωπισμό, μιας και «μάζι» ονομάζεται το ψιμύθιο (μακιγιάζ) που παράγει η βελανιδιά.
Λέγεται πάντως ότι η παρουσία ζωής στο χωριό «κρατά» από πολύ παλιά και οφείλεται σε εγκατάσταση μισθοφόρων που έφερε ο αφέντης της Κορίνθου Νέριο Ατζεόλι. Η έλευση αυτή των ανθρώπων λογίζεται στα 1367 – 1373. Αν δεχτούμε την πληροφορία αυτή, οδηγούμαστε στο ότι το χωριό υπάρχει στο σημείο εδώ και αρκετούς αιώνες.
Η ονομασία του χωριού αλλάζει σε Ξανθοχώρι το 1928. Επικρατεί έναντι άλλων δύο προτάσεων, οι οποίες ήταν «Λευκάκι» και «Ντούκιζα». Οι άνθρωποι του Ξανθοχωρίου είναι γνωστοί ως ιδιαίτερα γλεντζέδες… Και πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είναι; Με τρία καφενεία στη διάθεσή τους, διδασκαλείο, κρεοπωλείο και αρκετούς μόνιμους κατοίκους, οι «Μαζαίοι» θεωρούνταν οι «άρχοντες της χαράς». Τόσο πολύ που μάλιστα, είχαν και δικό τους καρναβάλι, στο οποίο αναπαριστούσαν τους βλάχικους γάμους.
Ο κεντρικός δρόμος δημιουργήθηκε το 1949- 1950 από τους ίδιους τους διαμένοντες και διευκόλυνε σημαντικά την επικοινωνία με τα υπόλοιπα χωριά. Επρόκειτο για πολύ σημαντικό επίτευγμα. Μάλιστα, λέγεται πως όταν πρωτοεμφανίστηκε αυτοκίνητο στο χωριό, ορισμένοι γηραιότεροι έβαλαν τα κλάματα από συγκίνηση.
Η μεγάλη παρουσία της κτηνοτροφίας έδωσε σταδιακά τη θέση της στην αγροτική ζωή και σιγά – σιγά, όταν το δίκτυο μεγάλωσε και το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων βελτιώθηκε, το χωριό άρχισε να εγκαταλείπει την παλιά του αίγλη και να μετατρέπεται σε μια παραδοσιακή καλοκαιρινή κατοικία.
Όπως μαθαίνουμε, παλαιότερα το Ξανθοχώρι αποτελούσε μια ενιαία δημοτική κοινότητα με τα χωριά «Δενδρό» και «Σοφιανά», που σήμερα είναι αυτοτελή. Πέρα από τις καλλιέργειες γης, το υπέροχο τοπίο και τα παραδοσιακά σπίτια, το Ξανθοχώρι διαθέτει έξι εκκλησίες, με κεντρική την Κοίμηση της Θεοτόκου, έναν επιβλητικό και λιθόκτιστο ναό, με υπέροχο προαύλιο χώρο. Επειδή ο χειμώνας είναι ιδιαίτερα βαρύς και το χιόνι πυκνό, πολλοί άγιοι δεν γιορτάζονται όταν έχουν την τιμητική τους, αλλά όταν ο καιρός γαληνεύει.
Αν και ιδιαίτερα μικρό μέρος, το Ξανθοχώρι διαθέτει δικό του Ηρώον, με σκαλισμένα τα ονόματα των πεσόντων συμπατριωτών από τον Βαλκανικό πόλεμο (1912 – 1913), την Κατοχή και τον εμφύλιο. Το Ηρώον αυτό είναι μαρμάρινο και μάλιστα λέγεται ότι κουβαλήθηκε από τους ίδιους τους ανθρώπους του χωριού, στα χέρια, από την Αμφιθέα. Στην αρχή διέθετε μόνο τα ονόματα των πεσόντων που πολέμησαν πριν τον Β’ Παγκόσμιο και στη συνέχεια προστέθηκαν και οι νέοι άδικοι χαμοί στο κάτω μέρος του Ηρώου.
Πρόκειται για ένα πανέμορφο μέρος, στο οποίο μπορείς να απολαύσεις βόλτα στη φύση και στα παραδοσιακά σοκάκια, να πραγματοποιήσεις μοναδικές εξερευνήσεις και να γνωρίσεις έναν υπέροχο τόπο, να κάνεις picnic και να βγάλεις υπέροχες φωτογραφίες. Οι κάτοικοί του είναι χαμογελαστοί, εύθυμοι και πρόθυμοι να σε κεράσουν έναν καφέ, ένα φρούτο από τα περιβόλια τους και παραδοσιακά γλυκά που κάθε νοικοκυρά φτιάχνει με μεράκι και αγάπη στο σπιτικό της.
Ο δρόμος του Ξανθοχωρίου ενώνει το χωριό με την ιστορική Πελλήνη. Αν βρεθείς εδώ, αξίζει να περπατήσεις το πανέμορφο, πέτρινο γεφυράκι που βρίσκεται στη μέση, ανάμεσα σε Δενδρό και Ξανθοχώρι.
Μια βόλτα ανάμεσα στις καλλιέργεις, τα στενά σοκάκια και τις όμορφες εκκλησίες θα σε πείσει ότι πρόκειται για ένα χωριουδάκι όνειρο!
*** Κείμενο & Φωτογραφίες: Ιωάννα Δούρη, Comms & Marketing Manager